Τμήμα Βυζαντινής Μουσικής

User Avatar
(0 review)
€50.00
byzantinimousiki

Η Μουσική των Ελλήνων με τους κλάδους της
Οι λαϊκές κατακτήσεις συνολικά εντός μεγάλου χρονικού διαστήματος, σε κάθε μία των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αποτελούν την έννοια του Πολιτισμού γενικά.
Καθ΄ ένα έθνος, σύμφωνα προς τις φυσικές του συνήθειες, σχηματίζει τις δικές του «Καλές Τέχνες», που διακρίνονται σε πλαστικές, που εκφράζονται στο χώρο, και σε μουσικές, που εκφράζονται στο χρόνο. Ως πλαστικές ή εικαστικές ή αποτελεστικές θεωρούνται: α) η Αρχιτεκτονική, β) η Γλυπτική, γ) η Γραφική (Ζωγραφική-διακρινόμενη σε σεμνή και άσεμνη), δ) η Πλαστική, ε) η Χαρακτική και στ) η Ψηφιδογραφία. Καλούνται δε αποτελεστικές, για το λόγο ότι το καλλιτέχνημά τους έχει υπόσταση μόλις τελειώσει. Σαν μουσικές θεωρούνται α) η Μουσική-με κριτήριο τον ήχο β) η Ορχηστρική-με κριτήριο την κίνηση και γ) η Λογοτεχνία-με κύρια χαρακτηριστικά το λόγο, τη γλώσσα, το μύθο και τα ήθη.
Ένας από τους μεγαλύτερους αρμονικούς συγγραφείς της Αρχαιότητος, ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός, στο περισπούδαστο περί μουσικής σύγγραμά του αναφέρει: «ούκουν ένεστι πράξις εν ανθρώποις ήτις άνευ μουσικής τελείται..» (βιβλίο Β΄, κεφάλαιο 5-10), που σημαίνει παραφραστικά: «μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει πράξη που να πραγματοποιείται χωρίς μουσική».
Τα έθνη διακρίνονται το ένα από το άλλο από την γλώσσα που μιλούν, από τη θρησκεία που πρεσβεύουν, από τα ήθη και έθιμα που έχουν, από τις ιστορικές παραδόσεις που τηρούν και από την ιδιαίτερη μουσική τους, που καλείται ως εθνική.
Στη μουσική υπάρχουν και αλληλεπιδρούν δύο τομείς: α) ο πρακτικός και β) ο θεωρητικός. Ετυμολογικά η λέξη Μουσική προέρχεται από το ρήμα μάω -ω, που σημαίνει μαθαίνω, παράγωγο δε αυτού είναι η λέξη Μούσα (στην αιολική διάλεκτο η Μοίσα, στη δωρική η Μώσα), που και τα δύο σημαίνουν τη γνώση. Ο Πλάτων έλεγε: « η γουν Μουσική Θεώ έστιν δώρον ». Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν σαν έφορο και προστάτη της Μουσικής τον Θεό Απόλλωνα που τον ονόμαζαν και Μουσηγέτη. Πλην τούτου δε ελάτρευαν και θεότητες που καλούσαν Μούσες, όπου αρχικά ήταν τρεις και έπειτα εννέα. Η μουσική αποτελούσε πάντοτε αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού πολιτισμού και η πορεία της συμπίπτει κατά κάποιο τρόπο με την πορεία του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο. Κατά συνέπεια τριχοτομείται ως εξής: α) μουσική της Αρχαιότητας β) Βυζαντινή μουσική και γ) Δημοτική μουσική.
Α. Αρχαιότητα: πρόκειται για την περίοδο θεμελίωσης του Παγκόσμιου Μουσικού Πολιτισμού και διαχωρίζεται: α) στην Προϊστορική εποχή και β) στην Ομηρική.
α) Προϊστορική εποχή 1) περί τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. 2) μέσον 2ας χιλιετίας π.Χ. Μινωικός Πολιτισμός 3) μέσον προς τέλος 2ας χιλιετίας π.Χ. Μυκηναϊκός Πολιτισμός.
β) Ομηρική εποχή. Για την εποχή αυτή έχουμε πολύ λίγα στοιχεία, βασιζόμενα μόνο σε θεωρητικές μελέτες, χωρίς χρονολογική συνέχεια μελετημένες.
Β. Βυζαντινή: με τους όρους “Βυζαντινή” και “Mεταβυζαντινή” αποκαλούμε την Ελληνική μουσική τη διερχόμενη με αδιάκοπη συνέχεια και ομοιογένεια ανάμεσα σε αιώνες Βυζαντινού Πολιτισμού και που έχει τις ρίζες της στην μουσική της Αρχαιότητας και αποτελεί μεταίχμιο μεταξύ αυτής και των νεότερων χρόνων, ωστόσο όμως διατηρεί όλα τα εκφραστικά και παραδοσιακά της στοιχεία. Περιλαμβάνει τους δύο κλάδους της μουσικής έκφρασης α) του εκκλησιαστικού – λατρευτικού ή εσωτέρα και β) του κοσμικoύ – δημοτικού κλάδου ή εξωτέρα. Θεμελιώθηκε επί της Αρχαιοελληνικής μουσικής από την οποία παρέλαβε όλα τα μουσικά συστήματα και τους ανάλογους αρμονικούς όρους, αποτελεί ως Τέχνη μία των εκφράσεων της διανόησης και του Πολιτισμού του Βυζαντίου με σκοπό κυρίως από τα μέσα του Ι’ αιώνα ή και λίγο νωρίτερα τη λατρευτική έκφραση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
H εκκλησιαστική – λατρευτική είναι η θρησκευτική μουσική των Ορθόδοξων Ελλήνων που υποβοηθά την προσευχή του πιστού να προσπελάσει τον θρόνο της μεγαλοσύνης του ΄Υψιστου και δεν είναι από την αιωνόβια μουσική παράδοση του Έθνους, που προσιδιάζει σε ύμνους στατικούς και θρησκευτικά άσματα.
Oργανώθηκε ένα πλήρες και άρτιο μουσικογραφικό σύστημα, απαραίτητο και πολύτιμο μέσο καταγραφής της Ψαλτικής Τέχνης, το καλούμενο Βυζαντινή Παρασημαντική ή σημαδογραφία ή σημειογραφία, που μαζί με την παρασημαντική της Αρχαιοελληνικής Μουσικής είναι απότοκα του Ελληνικού Αλφαβήτου.
Την ύπαρξη της Τέχνης αυτής επέβαλε η ανάγκη των Ορθόδοξων Χριστιανών για προσομοίωση με το Θείο, σε μία άμεση σχέση, πράγμα που πετυχαίνεται με αυτή τη Μουσική Τέχνη, και που αποτελεί ένδυμα του Θείου Λόγου.
Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε ένας έντεχνος μουσικός πολιτισμός, από τους μακροβιότερους, 10ο έως 20ό αιώνα δηλαδή χίλια (1000) έτη, και από τους σπουδαιότερους παγκοσμίως από άποψης όγκου και ποιότητας, του οποίου η Ελληνικότητα τεκμηριώνεται αδιαμφισβήτητα με τον Ελληνικό λόγο, δηλαδή με αυτή την ίδια την Ελληνική γλώσσα,
Γ. Δημοτική: Eκφράζεται με τα Δημώδη άσματα ή Δημοτικά τραγούδια και διχοτομείται σε αυτά α) της υπαίθρου και β) των πόλεων που ονομάζονται και ρεμπέτικα.
«Δημοτικό» είναι το Δημώδες, το προερχόμενο από το λαό και που αρέσει σ’ αυτόν.
Η λέξη «τραγούδι» σημαίνει το ποίημα που ψάλλετε και συνήθως χορεύεται, ετυμολογικά δε προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «τραγωδία» πράγμα που παραπέμπει την προέλευση των Δημοτικών Τραγουδιών σε βάθος παρελθόντων χρόνων. Κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα του ειδικού περιεχομένου τους. Είναι συνδεδεμένα τα περισσότερα με την αιωνόβια εθνική όρχηση (χορός), σώζουν όλα τα γένη και τα διάφορα είδη ελληνικής ρυθμικής και δεν ταιριάζουν με στατικούς ύμνους και θρησκευτικά άσματα.
Τα Δημοτικά τραγούδια της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης πλούτισαν τη μουσική παράδοση των νησιών του Αρχιπελάγους, μετά δε το έτος 1922 αποτέλεσαν τις μουσικές μήτρες μέσα στις οποίες κυοφορήθηκαν και κατόπιν γεννήθηκαν τα Δημοτικά τραγούδια των πόλεων, τα αποκαλούμενα ρεμπέτικα. Πρόκειται για Λαϊκά ελληνικά άσματα του προηγούμενου αιώνα και αποτελούν πτυχές του μουσικού Ελληνισμού. Ρεμπέτης ή Ρεμπέτας είναι επίθετο της Δημοτικής Ελληνικής γλώσσας και ερμηνεύεται ως α) ο άσωτος β) ο ρεμπεσκιές και γ) ο ρέμπελος. Μετά το 1922 χρησιμοποιήθηκε σαν προσδιοριστικός όρος του άτακτου Έλληνα και από αυτόν προήλθαν οι όροι Ρεμπέτικο τραγούδι, χορός κ.λ.π. σαν προσδιοριστικά της ρεμπέτικης συμπεριφοράς στην κοινωνική ζωή. Άλλη άποψη γλωσσικής αιτιολόγησης της λέξης Ρεμπέτης είναι ότι προέρχεται από το ρήμα ρέμβομαι, που σημαίνει στρέφομαι κυκλικά, περιστρέφομαι, περιφέρομαι, περιπλανούμαι και ένα εκ των παραγόντων η ρέμβη δηλαδή η ονειροπόληση. Έτσι λοιπόν συμπερασματικά εξάγεται ότι οι ρεμπέτες ήσαν ονειροπόλοι και στοχαστές των υψηλών και όχι των χαμαίζηλων.
Τέλος πιστεύουμε ακράδαντα στη συνοχή της Ελληνικής Μουσικής που θα επιτευχθεί με την ορθή διδασκαλία όλων των κλάδων της από Έλληνες μουσικούς, εγκρατείς της εθνικής τους μουσικής και των εθνικών τους παραδόσεων και έτσι λοιπόν με τον τρόπο αυτό θα διατηρηθεί η ένδοξη ελληνική πολιτισμική συνέχεια.

Θ. Β. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Καθηγητής Ελληνικής Μουσικής

Πρωτοψάλτης και Ερευνητής του Μουσικού Ελληνισμού

Course Features

  • Lectures 0
  • Quizzes 0
  • Duration 45 hours
  • Skill level Beginner
  • Language English
  • Students 0
  • Assessments Yes
€50.00